Ο μαυραγορίτης έριξε ένα ερευνητικό βλέμμα πάνω από τον ώμο του κι ύστερα ξεκλείδωσε τη χαμηλή πορτούλα της αποθήκης που φύλαγε το εμπόρευμά του. Πέρασαν λίγα λεπτά, κατά τα οποία έλεγξε τους τοίχους σχολαστικά για υγρασία, υγρασία που θα μπορούσε να βλάψει το πολύτιμο εμπόρευμα. Οι ντάνες έφταναν στο ταβάνι.
Χάιδεψε τα πακέτα τρυφερά. Ο νους του πέταξε χρόνια πριν, την εποχή του πανικού και για μια ακόμα φορά αισθάνθηκε ευγνωμοσύνη που εκείνες τις δύσκολες ώρες είχε την πρόνοια να προμηθευτεί όλο αυτό το εμπόρευμα, αυτό που τον έτρεφε τόσα χρόνια. Είχε ξοδέψει τότε και την τελευταία δεκάρα που είχε στην άκρη, πούλησε και το πατρικό του ακόμα, και του έμεινε η γκαρσονιέρα που είχε τώρα σε αυτή την τεράστια πολυκατοικία, μαζί με την αποθήκη στο υπόγειο, που την έλεγχε με ζήλο μέρα νύχτα.
Θυμήθηκε εκείνη την εποχή που όλοι τον θεωρούσαν τρελό, βλέποντάς τον να αγοράζει χονδρική και να μεταφέρει τις συσκευασίες με φορτηγά στην αποθήκη. Τον είχαν βγάλει και στις ειδήσεις γελοιοποιώντας τον. Ο χρόνος όμως, τον δικαίωσε. Ο μαυραγορίτης τώρα ήταν ο ήρωας της συνοικίας. Πουλώντας το εμπόρευμα ζούσε καλά και είχε επιπλέον το σεβασμό όλων των γειτόνων.
Κλείδωσε την πορτούλα κι αναστενάζοντας, τράβηξε για την γκαρσονιέρα του. «Δεν είμαι και βασιλιάς», σκέφτηκε, «αλλά στους τυφλούς βασιλεύει ο μονόφθαλμος».
Η κυρία Μάρθα από το ρετιρέ, αυτή με τα δύο παιδάκια, είχε έρθει χθες ως την πόρτα του με τα λεφτά στο χέρι και απέραντη εκτίμηση στο βλέμμα της. Αν τον ενδιέφερε το σεξ δε θα έχανε την ευκαιρία, γιατί ήταν ολοφάνερο ότι τον ποθούσε. Όλες οι γυναίκες τον ποθούσαν.
«Κύριε Νίκο, ξέρετε, τα παιδιά μεγάλωσαν και…»
Εκείνος την κοίταξε διαπεραστικά. Η γυναίκα δεν ήταν συχνή πελάτισσα, διατηρούσε όμως μια κάποια σταθερότητα στον ρυθμό των επισκέψεών της. Είχε έρθει στον αρραβώνα της, στον γάμο της και στα πρώτα γενέθλια των παιδιών της. Τώρα ο μεγάλος γιός της θα ήταν έξη χρονών.
«Και θα ήθελα να τους προσφέρω μια πολύτιμη εμπειρία…». Του έδειξε τα χρήματα. «Είναι αρκετά για δύο;»
Το βλοσυρό του βλέμμα πήγε στο πάκο με τα χαρτονομίσματα και μετά ξανά στο πρόσωπό της.
«Δουλεύουμε πολύ σκληρά με τον άντρα μου για να εξοικονομήσουμε τα χρήματα…»
«Όχι!» της απάντησε κοφτά. «Μόνο ένα. Ένα ρολό είναι αρκετό για δυο μικρούς κώλους».
Δεν υπέκυψε στις ικεσίες της ούτε στα επιπλέον χρήματα που του πρόσφερε. Της εξήγησε ευγενικά πως αν ήθελαν να απολαμβάνουν αυτή την εμπειρία και στο μέλλον, έπρεπε να επιδείξουν πνεύμα οικονομίας. Δεν μπορούσε να αποκαλύψει πως το εμπόρευμά του λιγόστευε.
«Τουλάχιστο δώσε μου από καινούριο πακέτο. Τα ανοιγμένα μυρίζουν κλεισούρα», τόλμησε εκείνη να πει.
«Θα σου δώσω ένα αρωματικό, αφού είναι για τα παιδιά σου».
Ο μαυραγορίτης την κοίταξε που απομακρυνόταν μυρίζοντας το ρολό. Οίκτος και συμπάθεια τον πλημμύρισαν μαζί με αυτή τη βεβαιότητα, πως ήταν ήρωας στα μάτια του. Ποιος ξέρει πόσες αναμνήσεις τις ξυπνούσε το άρωμα του ρολού… Όμως με αυτούς τους φτωχούς ανθρώπους δε θα έκανε ποτέ μεγάλες μπίζνες.
Αυτό είχε γίνει χτες. Καθισμένος τώρα στο βελούδινο καναπέ του, έτρωγε ψητό κοτόπουλο με ριζότο που είχε αγοράσει με τα χρήματα, μαζί με κόκκινο κρασί. Η τηλεόραση μετέδιδε το δελτίο ειδήσεων, οι πυρκαγιές που μαίνονταν παγκοσμίως είχαν καταστρέψει τα περισσότερα δάση του πλανήτη.
«Χωρίς δέντρα δεν έχει χαρτί, χωρίς χαρτί δεν έχει ρολό υγείας». Ίσως ήταν στιγμή να μεταφέρει την αποθήκη του στα βόρια προάστεια, οι τιμές θα εκτοξεύονταν ακόμα πιο ψηλά κι ήταν η ευκαιρία του να γίνει πραγματικά πλούσιος, πουλώντας το εμπόρευμα που του είχε απομείνει. Ο ίδιος είχε από χρόνια στερηθεί το χαρτί υγείας για να μην επιβαρύνει το απόθεμά του. Δεν ήταν καιρός πια οι θυσίες του να ανταμειφτούν;
«Πώς θα εγκαταλείψω όμως αυτούς τους ανθρώπους;» αναρωτήθηκε, καθώς σκεφτόταν τους γείτονές του. «Πώς θα τους αφήσω χωρίς τη μικρή τους πολυτέλεια που τους δίνει τόση ελπίδα; Που τους θυμίζει την παλιά ζωή;».
Πριν κανένα μήνα δεν ήταν που ήρθε ο κύριος Κώστας από τη μονοκατοικία απέναντι, ολοφάνερα στεναχωρημένος και ξενυχτισμένος; Η σεβαστή πεθερά του ήταν στα τελευταία της και της έκαναν όλα τα χατήρια. Η γυναίκα είχε πεθυμήσει αφράτο ρολό με διπλές κυψέλες, «Από αυτό που βάζαμε στην τουαλέτα όταν είχαμε γιορτή», είπε στην κόρη της. Ο κύριος Νίκος είχε από όλων των ειδών τα ρολά, μπορούσε να καλύψει όλες τις επιθυμίες, ακόμα και την τελευταία επιθυμία της καλής κυρίας Γιάννας, που τόσα χρόνια μάζευε από την πενιχρή της σύνταξη για να μην επιβαρύνει τα παιδιά της με έξοδα κηδείας.
«Μα τι να το κάνει τόσο αφράτο ρολό μία ετοιμοθάνατη;», απόρησε ωστόσο, και κοκκίνισε στη σκέψη της άσκοπης σπατάλης, ότι μπορεί να το έβαζαν μαζί της στο φέρετρο.
«Συναισθηματικά πλάσματα», μουρμούρισε. «Κι εγώ παρασύρομαι και τους πουλάω φτηνά. Μόνο αν πάω στα βόρια προάστεια θα βρω προκοπή. Τα ρολά μου θα πουληθούν σε καλά χέρια».
Την ίδια στιγμή, κάπου στη γωνιακή πολυκατοικία, στο νοικοκυρεμένο διαμερισματάκι της δεσποινίδος Ελένης, ο Έντυ, τρελά ερωτευμένος μαζί της, απολάμβανε ένα δείπνο στο φως του κεριού. Η Ελένη είχε κάνει ό,τι μπορούσε με τα μέσα που διέθετε, είχε ξοδέψει παραπάνω από ότι συνήθιζε για φαγητό, αλλά το δείπνο ήταν πεντανόστιμο. Κι έβλεπε στα μάτια του αγαπημένου της ότι άξιζε τον κόπο και τα έξοδα, ένιωθε πως από στιγμή σε στιγμή θα της έκανε την πολυπόθητη πρόταση. Όμως με τίποτε δεν περίμενε την συγκίνηση που αισθάνθηκε, όταν εκείνος γονάτισε σαν πρίγκιπας μπροστά της, κι έβγαλε πίσω από την πλάτη του ένα πλουμιστό διάφανο ρολό με ανάγλυφα λουλουδάκια σε φωτεινό ροζ.
«Παντρέψου με, αγάπη μου».
«Ω! Έντυ», είπε η Ελένη και δάκρυσε, αγγίζοντας σα μαγεμένη το πεντάμορφο χαρτί.
Οι δύο ερωτευμένοι φιλήθηκαν πάνω από το σύμβολο της αγάπης τους, την ώρα που οι γείτονές τους, παραδομένοι κι αυτοί στις μικρές χαρές της ρουτίνας τους, δειπνούσαν, έβαζαν τα παιδιά τους για ύπνο ή έβλεπαν τηλεόραση.
Κανείς δεν είδε τις σκιές που γλίστρησαν στον ακάλυπτο κι έκοψαν την πόρτα της αποθήκης με κόφτη από διαμάντι. Κανείς δεν άκουσε τα νιαουρίσματα. Δεκάδες γάτες εξαπολύθηκαν μέσα στην αποθήκη, τα ποντίκια φοβήθηκαν και κρύφτηκαν στα σκοτεινά. Όμως εκείνες δεν ενδιαφέρονταν για τα ποντίκια. Ακολούθησε ένα μεγαλειώδες πάρτι που κράτησε όλο το βράδυ. Και μόνο το πρωί, όταν ο μαυραγορίτης πήγε για τον καθιερωμένο του έλεγχο, βρήκε το εμπόρευμά του κατεστραμμένο, τις γάτες να κοιμούνται τρισευτυχισμένες μέσα στα μαδημένα ρολά κι ένα σύνθημα γραμμένο με μπογιά στον τοίχο:
«ΛΕΥΤΕΡΙΑ ΣΤΟΥΣ ΚΩΛΟΥΣ ΜΑΣ ΜΑΛΑΚΕΣ»

9/4/2020

Δέσποινα Ανδρεάδη