9 Μαρτίου.
Τα πάντα κολυμπούν στη λάσπη και την υγρασία.
Οι πίστες για τα έλκηθρα δεν είναι πλέον διαθέσιμες, γκρίζα λάσπη και λίγος πάγος είναι στη θέση τους.
Όλα είναι βρόμικα, απεριποίητα, προετοιμάζονται για τις ηλιόλουστες μέρες της άνοιξης, που στεγνώνουν, σκουπίζουν και αναβιώνουν, αλλά πρώτα απ' όλα βάζουν τέλος στην οικονομία του χειμώνα. Διότι γιατί να αναβάλεις κάτι που έτσι κι αλλιώς πρέπει να τελειώσει;
Γύρω από τον κάθε θάμνο υπάρχουν βαθιές τρύπες χιονιού, οι στέγες στάζουν αστράπτουσα υγρασία, επίσης και τα σιδερένια κιγκλιδώματα των δρόμων.
Ελλέβοροι ανθίζουν παντού, κάποιοι τους βάζουν στο βάζο, αλλά εκεί δεν ανθίζουν... για κάποιον μυστικό λόγο.
Πλέον δεν λυπάσαι τα πουλιά, κοράκια και κοκκινολαίμηδες, αν και ούτε τώρα δεν βρίσκουν αρκετή τροφή, όπως και τότε, στον άκαμπτο χειμώνα. Αφού μπόρεσαν να τον επιβιώσουν, θα επιβιώσουν και αυτό.
«Άθλιος καιρός», λένε όλοι, αν και είναι τόσο συγκινητικά όμορφος μέσα στην αθλιότητά του.
Οι άνθρωποι αποσύρρονται, απομακρύνονται, όπως από έναν συνάνθρωπο που δεν δίνει πια τον «καλύτερο εαυτό» του.
Δεν είναι ψάρια ούτε όρνιθες, λένε, απλά.
Όχι. Όμως είναι ένας συγκινητικός λασπόκαιρος.
Εγώ δεν νιώθω πως είναι λιγότερο ελκυστικός από τον ανελέητο χειμώνα και την λαμπρή, ηχηρή άνοιξη.
Το χιόνι που λιώνει με συναρπάζει. Μια φορά κι έναν καιρό ήταν τόσο αγέρωχο, τόσο αμείλικτο, τόσο σκληρό. Οι αθλητές το αγαπούσαν. Τώρα επαναστατούν εναντίον του. Δεν μπορούν πια να δοκιμάσουν τις περίσσειες ενέργειές τους πάνω του... και εκείνο, πια αδύναμο, ψάχνει, σαν αμήχανο, να κυλήσει στα ρυάκια, να εξαφανιστεί.
Και είχε τόσο πολύ αγαπηθεί, τόσο παραχαϊδευτεί, όταν ήταν ακόμη χρήσιμο. Τώρα μπορείς σχεδόν να τραγουδάς:
Χιόνι είσαι γκρίζο κι άσχημο,
τι έπαθες καλό μου;
Πλέον είσαι βρόμικο και είσαι άχρηστο
ελπίζω να μην κρυώσεις τα παιδιά μου
Χιόνι, πια δεν σ' αγαπώ
χάσου από τα μάτια μου, δεν σε θέλω άλλο.

Σύντομα θα ανθίσουν πρίμουλες και θα ανθίσουν βιολέτες γύρω από τα κιγκλιδώματα. Και εγώ θα τις μαζεύω, αλλά δεν θα σου τις δίνω... δηλαδή μπροστά στους ανθρώπους.
Όμως μπροστά στο Θεό.

.......................
Άνα Ζουμάνη